Δήμος Λεωνιδίου
 
 


Μοναστήρια

Εκκλησίες


Η διάδοση του Χριστιανισμού στην Κυνουρία και Τσακωνιά καθυστέρησε πολύ. Και, γενικά πιστεύεται ότι, κυρίως, στα 900-100μ.χ. έγιναν Χριστιανοί και οι Τσάκωνες και οι άλλοι Κυνουριάτες.


Η γνωστή λαϊκή ρήση "Χριστιανός είσαι για Τσάκωνας" δείχνει την καθυστέρηση αυτή, σε σύγκριση με τους κάτοικους των γειτονικών περιοχών. Και για τούτο το λόγο, παρατηρήθηκε η έξαψη της θρησκοληψίας των Τσακώνων εκείνης της εποχής, ώστε ο μεσαιωνικός ασκητικός βίος να πάρει μεγάλη έκταση.


Στην περιοχή μεταξύ Πραστού και Καστάνιτσας διακρίνεται και σήμερα ένα "ασκηταρειό" καθώς και ένα λεγόμενο "Άγιος Ευστράτιος". Επίσης άλλο δίπλα στο σημερινό Μοναστήρι της Σύτζας, άλλα στην περιοχή της \'Ελωνας όπως και στην περιοχή των Βουρβούρων υπάρχουν αρκετά ασκητήρια. Αυτά είναι τα τελευταί κατάλοιπα του "μοναχικού βίου" της Κυνουρίας, που ύστερα μετατατράπηκε στον "κοινοβιακό", με ναούς και κελλιά και μεγάλα συγκροτήματα και πλήθη μοναστών.


Έτσι, λίγο αργότερα, η περιοχή του Πάρνωνα γέμισε με μοναστήρια, ώστε να φτάσει να αποκαλείται το " Ά γ ι ο ν    Ό ρ ο ς " της Νότιας Ελλάδος, διότι σε ολόκληρη την έκτασή του τα σημειούμενα μοναστήρια υπερβαίνουν τα 70. 


Το Λεωνίδιον που ονομάστηκε έτσι από τον παλαιό ναό του Αγίου Λεωνίδη - [χρυσόβουλο του 1293 Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου]- και κατά συγκοπή ΄Αγιε -Λίδη=Λεωνίδι, κοσμείται από έξι ναούς και δέκα εξωκκλήσια. Μπορεί ο επισκέπτης ορμώμενος από εδώ να επισκεφθεί τα περίφημα μοναστήρια του Αγίου Νικολάου Καρυάς, της Ιεράς Μονής Ελώνης και του Αγίου Νικολάου Σύτζας.

 

Η σπουδαιότερη και παλαιότερη εκ των εκκλησιών είναι της Αγίας Κυριακής, κτίσμα των αρχών του 18ου αιώνα , με εικόνα του Τιμίου Προδρόμου στο τέμπλο, που ιστορήθηκε από τον Γεώργιο τον Κρήτα. Στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου που είναι και η Μητρόπολη [αρχές 19ου αιώνα], σώζεται το ξυλόγλυπτο τέμπλο της Μητρόπολης του Πραστού που έφεραν μαζί τους οι Πραστιώτες το 1826 για να γλιτώσει από τη φωτιά του Ιμπραήμ. Οι τεμπλώες εικόνες είναι αριστουργήματα του 17ου και 18ου αιώνα.

Οι άλλες εκκλησίες είναι του Αγίου Αθανασίου- Αγίας Αικατερίνης [αρχές 19ου αιώνα], των Τριών Ιεραρχών [στο Κοίλασσο του 19ου αι.]των Παμμεγίστων Ταξιαρχών [αρχές 19ου αιώνα] και του Τιμίου Προδρόμου[μέσα 19ου αιώνα].

Τα 10 εξωκλήσια είναι του Αγίου Αθανασίου - Αγ. Δημητρίου (κατεστραμμένο) 13ος αι., του Αγ. Λεωνίδη στην Πλάκα, των Αγ. Αποστόλων στο Λάκκο 1873, τουΑγ. Ιωάννου του Θεολόγου, του Αγίου Χαραλάμπους -μετόχι του Αγ. Νικολάου Σύτζας, του Προφήτου Ηλία, του Αγ. Γεωργίου, της Παναγιάς Χατζαλιούς, των Αγίων Πάντων, του Αγίου Αντωνίου [μετόχι της Ι.Μ. Ελώνης και του Αγίου Νεκταρίου. Εις το κέντρο της πόλεως, υπάρχει το Επισκοπείο , κτίσμα των αρχών του 19 αι. το οποίο πρόσφατα ανακαινίσθηκε σύμφωνα με την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, αρχές του 20ου αι. ήταν Δημαρχείο.

 

'Ελωνα

Ιερά Μονή Παναγίας \'Ελωνας


Στο νότιο τμήμα της οροσειράς του Πάρνωνα, στην Κυνουρία και σε υψόμετρο 650μ. από τη θάλασσα υψώνεται επιβλητικό και μεγαλοπρεπές το μοναστήρι της Παναγίας της Έλωνας. Ακολουθώντας τη διαδρομή " Λεωνίδιο- Κοσμάς"  μέσα από την πολυποίκιλη βλάστηση και τους πανύψηλους άγριους βράχους, σε μια καμπή του δρόμου θα δούμε να προβάλει ο μετέωρος βράχος της Έλωνας με το μοναστήρι του κατάλευκο κρεμασμένο στα ριζά του.


Η Μονή παλαιότερα ήταν αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και από το 1797 είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Για την επωνυμία της που οφείλεται στην εικόνα της Παναγίας, έχουν διατυπωθεί αρκετές ερμηνείες επικρατέστερες όμως θεωρούνται οι εξής:

 

Η επωνυμία προέρχεται από τοπωνύμια κοντά στο Λεωνίδιο που φυλασσόταν παλαιότερα η εικόνα (έλος της Πελιάς) (Γ. Δεληγιάννης) 

  1. Από το σπήλαιο που φέρει την ονομασία "Ελώνη" (Θ. Βαγενά, Ν. Αντωνάκου, Τ. Μαύρος)
  2. Από την τσακώνικη λέξη "έουνη" που σημαίνει Ελεούσα.
  3. Από την επίκληση της Παναγιάς στη Λακωνία "Ελωνίτισσα" (δηλ. καταγόμενη από το έλος και τα ελοχώρια της Λακωνίας) (Αν. Μιχαλόπουλος), ενώ ο μελετητής Γεώργιος Γεώρτσης αναζητά τη γραμματολογική ρίζα της στην Αρχαία Αττική Διάλεκτο, από τη μετοχή Αορίστου β΄ του ρήματος "αιρέω-αιρώ" (ελών, ελούσα, ελόν).

Η χρονολογία ίδρυσης του Μοναστηριού δεν είναι γνωστή. Η παράδοση αναφέρει ως ιδρυτές της δύο ασκητές μοναχούς, το Δοσίθεο και τον Καλλίνικο, που γύρω στα 1500μ.χ. αποφάσισαν να κοινοβιάσουν κι έτσι αποτέλεσαν το μοναστικό πυρήνα της Έλωνας, αν και πιθανολογείται ότι προϋπήρχαν ασκηταριά στην περιοχή. Οι μοναχοί σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους τα χρόνια της Αλώσεως κι έτσι χάθηκε η εικόνα της Παναγιάς. Σύμφωνα, λοιπόν με την ίδια παράδοση, η εικόνα βρέθηκε χρόνια αργότερα από βοσκούς της περιοχής, σε απόκρυμνη κι απρόσιτη θέση, κρεμασμένη σε πάσσαλο, αφού προηγουμένως διέκριναν ότι φωτιζόταν επίμονα το σημείο.


Σήμερα, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί ο χώρος της Μονής με τις νεότερες προσθήκες, εισέρχεται κανείς σ αυτόν απο  μια τοξωτή είσοδο. Ένας ανοικτός διάδρομος 15μ. περίπου οδηγεί στη δεύτερη πύλη, ακολουθώντας ένα δεύτερο διάδρομο με σκαλιά, αριστερά του οποίου βρίσκεται γκρεμός και δεξιά πάνω κοφτός κόκκινος βράχος, οδηγούμαστε στο κέντρο της Μονής. Εδώ τα διαφορετικά επίπεδα, οι διάδρομοοι, οι στοές και οι σκάλες συνθέτουν ένα αρμονικό κτιριακό σύνολο που μαρτυρεί την ύπαρξη εσωτερικής ζωής και κίνησης. Συγκεκριμένα, στην ανατολική πλευρά και πάνω από τον γκρεμό ορθώνονται δύο κτίρια εκ των οποίων το ένα διόροφο, με ξενώνες και κειά στον πρώτο όροφο, αποθήκες και τραπεζαρίες κάτω, ενώ το άλλο, ακριβώς δίπλα, περιλαμβάνει γραφεία, σαλόνια και χώρους υποδοχής. Ένα τρίτο κτίριο, στη δυτική πλευρά, με πλάτη στο βράχο διαθέτει επίσης ξενώνες κι αποθήκες πίσω απ΄ αυτό δε και πιο ψηλά βρίσκεται το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων. Στο κοίλωμα του βράχου, μετά από αυτό, διακρίνονται ακόμα τα σημάδια ύπαρξης παλαιού ασκηταριού. Υπάρχει επίσης μικρή πλακώστρωτη αυλή, στην οποία οδηγούμαστε μέσω μιας διπλής σκάλας. Η μικρή εκκλησία της Παναγιάς είναι νεότερο κτίσμα του 1790 κι έχει δεχθεί προσθήκη το 1809, η οποία αποτέλεσε χώρο στέγασης του Ιερού. Είναι χτισμένη σε ρυθμό κεραμοσκεπαστής βασιλικής με πλινθοπερικλειστη τοιχοδομή. Διαθέτει τέσσερις θύρες εισόδου, ανοιγμένες όλες στη βόρεια πλευρά της. Η μεγαλύτερη δε από αυτές διαθέτει ακανόνιστο πέτρινο τόξο πάνω από το ανώφλι. Αριστερά της υψώνεται το μαρμάρινο κωδωνοστάσιο, χτισμένο στα 1831μ.χ. επάνω στο οποίο διακρίνονται εμφανή υπολείμματα μπλε χρώματος.


Μπαίνοντας κανείς στο εσωτερικό του ναού, μένει έκθαμβος στη θέα των δεκάδων καντηλιών (αφιερώματα πιστών) που κρέμονται από την καπνισμένη οροφή. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο, φιλοτεχνημένο σε ξύλο καρυδιάς κατά τον παροαδοσιακό τρόπο επεξαργασίας. Η χρονολογία κατασκευής του παραμένει άγνωστη. Ο τεχνίτης του δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει το έργο του, παρά μόνο κατά τα 2/3, εξαιτίας αιφνίδιου θανάτου του, συμπληρώθηκε όμως κατά ένα μεγάλο μέρος από άλλο τεχνίτη που παροδόξως, είχε την ίδια τύχη. Επί του τέμπλου απεικονίζονται σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζει το βαθύ σκάψιμό του, ενώ οι σκιές που δημιουργούνται καθώς εισχωρεί το φως στις εσοχές κάνουν την ατμόσφαιρα ακόμη πιο επιβλητική. Οι εικόνες στην κεφαλή του τέμπλου παρουσιάζουν το δωδεκάορτο και στηρίζουν την ισορροπία τους στον συνδυασμό ψυχρών και θερμών χρωμάτων και στη γεωμετρία των μορφών.  Στο βάθος παρατηρούμε την ύπαρξη συμβολικού χώρου, που απεικονίζει γεωμετρημένα κτίρια ή τοπία χωρίς τη χρήση προοπτικής. Σκηνές από την Αγία Γραφή αναγνωρίζουμε και στον ξύλινο διάκοσμο, ενώ αξίζει να σημειωθεί ο λεπτός τρόπος που οι αναδυόμενες μορφές εντάσσονται αρμονικά στα "πλαστικά" στοιχεία της φυτικής ανάπτυξης. Αριστερά και δεξιά της Ωραίας Πύλης παρατηρούμε τα ασημένια "πουκάμισα" των εικόνων και τα εξωτερικά λεπτά χαράγματα του σχεδίου.


Στο προσκηνητάρι δεσπόζει η φορητή εικόνα της Παναγιάς, που χρονολογείται από το 1350 περίπου. Είναι κατασκευάσμένη με κερί και μαστίχα σε ξύλο, ενώ αργότερα προστέθηκε χρυσό περίτεχνο "πουκάμισο" και καλύφθηκε από τάματα. Εικάζεται ότι η εικόνα φιλοτεχνήθηκε από τον Ευαγγελιστή Λουκά και η ιστορία της είναι άρρηκτα δεμένη με την ίδρυση της Μονής. Πολλά θαύματα έχουν αποδοθεί στην ιερή δύναμη της εικόνας αυτής, γι αυτό και πλήθος προσκυνητών από όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας επισκέπτονται το μοναστήρι της Έλωνας. Εντός του ναού επίσης φυλλάσσονται σε εμφανή σημεία λείψανα Αγίων, ένα χειρόγραφο Ευαγγέλιο, θαυμάσιες εικόνες διάφορων αγιογράφων και τεχνοτροπιών - μερικές δε και ρώσικης προέλευσης - χρυσά και αργυρά σκεύη - καθώς και πλήθος από τάματα πιστών


Σήμερα το Μοναστήρι, που είναι γυναικείο, συντηρείται με την ιδιαίτερη φροντίδα των μοναχών. Πρέπει να αναφερθεί ότι μετόχια της Μονής βρίσκονατι στο Λεωνίδιο και στον Κοσμα. Η Παναγιά της Έλωνας εορτάζει στις 15 και 23 Αυγύστου (Κοίμιση και Εννάμερα της Θεοτόκου αντίστοιχα), ενώ της 21 Νοεμβρίου, που εορτάζοναται τα Εισόδια της Θετόκου γίνεται τοπική εορτή στο Λεωνίδιο και προς τιμή της τελώνται θρησκευτικές εκδηλώσεις.


Το Μοναστήρι της Παναγίας της Έλωνας απέχει από το Λεωνίδιο 17 χιλιόμετρα και από τον Κοσμα 14. Μπορεί να το προσεγγίσει κανεί οδιπορικώς μέσω της διαδρομής "Λεωνίδιο- \'Ελωνα" στην πρώτη περίπτωση, είτε ακολουθώντας το δρόμο από την Σπάρτη στον Κοσμά στη δεύτερη. Όποια διαδρομή παάνως κι αν επιλέξει ο επισκέπτης θα αποζημιωθεί από το συναπαντήμα του με το θρησκευτικό και ιστορικό αυτό σύμβολο.

Αγ. Νικόλαος Σύτζας

Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου Σύντζας

Σε μια δύσβατη και βραχώδη περιοχή, δυτικά της πεδιάδας του Λεωνιδίου και στην κόγχη των απόκρημνων βουνών κρέμεται σχεδόν η Μονή της Σίντζας που είναι αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο. Δε γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ίδρυσης της Μονής, αλλά αναφέρεται η Μονή Σίντζα σε πατριαρχικό έγγραφο του 1622 με υπογραφή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνη. Πάνω δε από τη θύρα στο υπέρθυρο διαβάζουμε τη χρονολογία 1783, πιθανότατα χρονολογία ανακαίνισης. Σύμφωνα με τους μελετητές, η ανέγερση του μοναστηριού τοποθετείται ανάμεσα στο 1200-1300 μ.Χ.
Καθώς πλησιάζουμε στο εσωτερικό της Μονής, ακολουθώντας ένα ανοιχτό διάδρομο, περνάμε μια δεύτερη τοξευτή ξύλινη πόρτα που οδηγεί στα κελιά και στους ξενώνες. Στη συνέχεια συναντούμε το μικρό προαύλιο που περιλαμβάνει το ναό του Αγίου Νικολάου, από το οποίο μπορεί κανείς να θαυμάσει τον κάμπο του Λεωνιδίου. Βόρεια του ναού, παρατηρούμε δεύτερη σειρά κελιών, ξενώνων και στο ισόγειο αποθηκευτικούς χώρους. Όλα τα κτίρια στεγάζονται με κεραμίδια και είναι χτισμένα μέσα στο κοίλωμα του βράχου.


Ο ναός χτισμένος σε ρυθμό εγγεγραμμένης σταυροειδούς βασιλικής, έχει διαστάσεις 4.20x5.80μ. και διαθέτει ημικυκλικό νάρθηκα με ακτίνα 2.80μ. Στο κέντρο του σταυρού και σε τετράπλευρη βάση στηρίζεται ο οκτάπλευρος τρούλος. Ανατολικά εξέχει η κόγχη του Ιερού με ένα μεγάλο τοξωτό παράθυρο. Στη Νότια πλευρά συναντάμε την κύρια είσοδο, μια τετράπλευρη θύρα και δύο τοξωτά παράθυρα δεξιά της.


Στο εσωτερικό έχουμε την ψευδή εντύπωση ότι βρισκόμαστε μέσα σε μια μονόχωρη βασιλική, εντύπωση που προκαλείται από τη θολωτή ομοιόμορφη στέγη βαμμένη μπλε με χρυσά αστέρια. Το πιθανότερο είναι ότι υπήρχε αγιογράφηση η οποία καλύφθηκε από ασβεστόχρισμα. Αναφέρεται δε ότι το 1967 εργάστηκαν στη Μονή οι Παναγιώτης και Κυριάκος Κουλίδας, λαϊκοί ζωγράφοι. Στο ξυλόγλυπτο τέμπλο, του οποίου αγνοούμε τη χρονολογία κατασκευής, καθώς και στο προσκυνητάρι παρατηρούμε τις παλιές εικόνες του Αγίου Νικολάου, του Χριστού, της Παναγίας και του Προδρόμου. Πάνω από την Ωραία Πύλη αναγνωρίζουμε σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και πάνω από αυτές παρατηρούμε τους δύο δράκοντες - φίδια ένθεν και ένθεν του σταυρού που τον φυλάσσουν. Η εικόνα του Αγίου Νικολάου θεωρείται θαυματουργή και φέρει τάματα πιστών. Το θέμα της είναι αρκετά σπάνιο - παρουσιάζει την Κοίμηση του Αγίου Νικολάου και χρονολογείται από το 1767.


Στη βιβλιοθήκη της Μονής φυλάσσονται μερικά χειρόγραφα Ευαγγέλια με διακοσμητικά γράμματα και μοτίβα. Φυλάσσεται επίσης ένα κομμάτι από τη σπονδυλωτή στήλη μεγάλης σαύρας ή άλλου ερπετού το οποίο σύμφωνα με την παράδοση ζούσε στην περιοχή "Πλατάνες" στον κάμπο του Λεωνιδίου και τρόμαζε τους προσκυνητές από την Ύδρα ή τις Σπέτσες, ώσπου κάποιος το σκότωσε και απελευθέρωσε τον τόπο.


Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, η βασιλοπούλα της Θήβας Ινώ ανέθρεψε στο σπήλαιο της Σίντζας τον ανιψιό της Διόνυσο - θεό του κρασιού, των σύκων και των καρυδιών. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η Σεμέλη είχε εναποθέσει το γιο της Διόνυσο πάνω σε μια λάρνακα που τα δελφίνια την έφεραν στην Προστάτιδα Γη, την παραλία της Τσακωνιάς. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα το Λεωνίδιο αναφέρεται ως Διονύσου Κήπος από τους Τσάκωνες. Σύμφωνα με τον Παυσανία, στις Βραδιές ή Πρασιές ( οικισμός της Αρχαίας Κυνουρίας, το σημερινό Λεωνίδιο) εκβράσθηκε μέσα σε λάρνακα η Σεμέλη με το παιδί της και στέφθηκε με τιμές από τους ντόπιους. Η Ινώ στη συνέχεια ανέθρεψε το γιο της αδελφής της και του Δία, μέσα σε μια σπηλιά, στην είσοδο της οποίας ο Διόνυσος φύτεψε μια συκιά.


Η επωνυμία Σίτζα ή Σίντσα ή Συντζώτοιχο, όπως το αποκαλούν οι Τσάκωνες και γράφεται σήμερα Σίντζα, προέρχεται από τη λέξη συκιά. Πράγματι η συκή - συκέα - συκιά στα τσακώνικα λέγεται ά συντζά και η αγριοσυκιά λέγεται αγροσυντζα ενώ το σύκο λέγεται και σούκο. Το μοναστήρι επομένως λεγόταν κάποτε του Αγίου Νικολάου της Συκεάς και στα τσακώνικα "τ΄ Άγιες Νικόα τα Συντζά". Επικράτησε το όνομα "της Συνζτάς" και αργότερα "της Σύντζας". Άλλωστε έπρεπε να ξεχωρίζει από το άλλο τσακώνικο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου της Καρυάς, δηλαδή της καρυδιάς.


Αξίζει να επισημανθεί ότι το σπήλαιο της Σίντζας όπως και τα υπόλοιπα της γύρω περιοχής, κατοικήθηκαν από την Νεότερη Νεολιθική Εποχή ως το Βυζάντιο και αποτέλεσαν καταφύγιο τα νεότερα χρόνια (τουρκοκρατία, γερμανική κατοχή), ακόμη και κατοικία βοσκών της περιοχής (χειμαδιά). Επίσης πολλά σπηλαιώματα χρησιμοποιήθηκαν σαν σκήτες. Οι ανασκαφές ανέδειξαν αρκετά όστρακα καλυμμένα με σταλαγματικό υλικό καθώς και δείγματα από ανθρωπολογικό υλικό. Βρέθηκαν επίσης θραύσματα αγγείων, σιδερένια εγχειρίδια και ποικίλα τμήματα από κύπελλα, κρατήρες κ.α. Υποθέτουμε ότι στα δύο μεγάλα σπήλαια της Σίντζας, ένα του Αγίου Νικολάου και ένα άλλο 150μ. δυτικά, κατέφευγαν άνθρωποι που προερχόταν από ένα σημαντικό οικισμό, πιθανότατα των Πρασιών, που βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα ανατολικά.


Αν και εορτάζουμε τον Άγιο Νικόλαο στις 6 Δεκεμβρίου, η μονή εορτάζει στις 8 Μάη, όπου και τελείται αγρυπνία. Η εικόνα μεταφέρεται για ένα δεκαήμερο στο μετόχι της Μονής, στον Άγιο Χαράλαμπο. Επίσης εορτάζει στις 3 Οκτωβρίου στην μνήμη του Αγίου Διονυσίου και τελείται αγρυπνία στις 8 Σεπτεμβρίου


Προσεγγίζει κανείς το Μοναστήρι μέσω ενός ομαλού χωματόδρομου που απέχει από το Λεωνίδιο 1 ώρα και 30 λεπτά περίπου για τον πεζοπόρο, ενώ με το αυτοκίνητο γίνεται ευκολότερη η πρόσβαση. Σήμερα διακρίνει κανείς εύκολα το λευκό μοναστήρι από τον επαρχιακό δρόμο, αλλά κάποτε με την γκρίζα πέτρα του ενσωματωμένη αρμονικά στο δυτικό βάθος της πεδιάδας του Λεωνιδίου μέσα στην χαράδρα έμοιαζε σαν τμήμα του βράχου.


Αγ. Νικόλαος Καρυάς

Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Καρυάς

Στο κέντρο της επαρχίας Κυνουρίας, στην Αρκαδία, βρίσκεται η Μονή του Αγίου Νικολάου της Καρυάς σε υψόμετρο 600μ. (Ετυμολογικά η ονομασία προέρχεται από τη λέξη "καρύδια"). Είναι χτισμένη ανάμεσα σε δύο υψώματα και σε απόσταση μιας ώρας τόσο από το κάστρο του Οριόντα όσο και από την Παλαιόχωρα. Η Μονή περιβάλλεται από ομαλούς δασωμένους βράχους και η διαμόρφωση του εδάφους γύρω από χαράδρες που σχηματίζονται μεταξύ των διαδοχικών υψωμάτων.


Υπάρχουν δύο εκδοχές για ο πότε χτίστηκε η Μονή. Σύμφωνα με την παράδοση χτίστηκε στα 1580μ.χ. από μοναχούς των Καρυών του Άθω, που κατέφυγαν εκεί για να σωθούν από επιδρομή των Αγαρηνών. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η ανέγερση της Μονής τοποθετείται στα 1620-21, όπως αναφέρεται σε Τούρκικο έγγραφο του 1621.


 

Η πρώτη μάλιστα μνεία για τη Μονή γίνεται σ΄ αυτό το έγγραφο . Η Μονή διέθετε περιουσία προερχόμενη από δωρεές πιστών και αγορές που πραγματοποίησαν οι μοναχοί. Ενίσχυσε οικονομικά τον Αγώνα του 1821 δανείζοντας την Πελοποννησιακή Γερουσία και στήριξε οικονομικά την προσπάθεια του Καποδίστρια για ανέγερση σχολείων.


Ο ναός της Μονής είναι χτισμένος σε Αθωνικό ρυθμό, και συγκεκριμένα σε σχήμα εγγεγραμμένη σταυροειδούς με τρούλο. Έχει εσωτερικές διαστάσεις 8.00x7.80, ενώ ο τρούλος του είναι δωδεκάπλευρος και στεγάζεται με σχιστολιθικές πλάκες. Η τοιχοδομία του ναού δε διακρίνεται λόγω των σοβάδων, ενώ το λιθόχτιστο καμπαναριό είναι μεταγενέστερο του ναού. Αξίζει να σημειωθεί ότι εντυπωσιάζει το μικρό μέγεθος του ναού και ο δυσανάλογος προς το κύριο οικοδόμημα τρούλος. Επισκευές στο ναό γίνονται ακόμα και στις μέρες μας.


Η αγιογράφηση στο εσωτερικό έγινε το 1638 με δαπάνη της οικογένειας Κανίκλη. Τη φιλοτέχνησαν οι αδελφοί Δημήτριος και Γεώργιος Μόσχος, ζωγράφοι από το Ναύπλιο και σύμφωνα με τον Κόντογλου στα 1767 εργάστηκε στις αγιογραφίες και ο Κυριάκος Κουλιδάς. Η αγιογράφηση έχει γίνει κατά οριζόντιες ζώνες, από το δάπεδο μέχρι τους θόλους, ενώ τα στασίδια που τοποθετήθηκαν αργότερα προκάλεσαν φθορά στην πρώτη ζώνη, με αποτέλεσμα από τους εικονιζόμενους Αγίους να διακρίνονται μόνο τα πρόσωπα. Μπαίνοντας στο ναό συναντάμε με τη σειρά τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και τους Αγίους Σπυρίδωνα, Κωνσταντίνο και Ελένη, Αντώνιο, Ευθύμιο, Σάββα και Πέτρο. Οι μορφές των εικονιζόμενων Αγίων διατηρούν τη σοβαρότητα και τον της βυζαντινής περιόδου, χωρίς όμως τη χρήση προοπτικής. Στο νότιο τμήμα του ναού απεικονίζεται έφιππος ο Άγιος Δημήτριος και οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός. Στο δυτικό τμήμα συναντάμε τον Άγιο Παντελεήμονα, τον Ιωάννη, την Αγία Μαρίνα και την Αγία Βαρβάρα. Στο βόρειο τμήμα, μετά από τις φθαρμένες μορφές Αγίων, διακρίνουμε έφιππο τον Άγιο Γεώργιο, ενώ στη δεύτερη κόγχη εικονίζονται οι Απόστολοι Ανδρέας και Ιωάννης ο Θεολόγος. Στη συνέχεια συναντάμε τις μορφές του Αγίου Γερασίμου καθώς και των Αγίων Ονούφριου, Μελετίου, Θεοδοσίου, Θεοδώρου του Στρατηλάτη και του τιμωμένου Αγίου Νικολάου.

 

Στη δεύτερη ζώνη εικονίζονται μαρτύρια Αγίων που διαχωρίζονται με ερυθρές ταινίες. Στο νότιο τμήμα, συνεχίζεται η αγιογράφηση, κυρίως με σκηνές από μαρτύρια Αγίων, όχι όμως ιδιαίτερα ευδιάκριτες, μιας και καλύπτονται από παχύ στρώμα καπνού.


Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού είναι από καρυδιά. Στο σκουρόχρωμο σώμα του με τις περίτεχνες λαξευμένες φυτικές διακοσμήσεις, θαυμάζουμε τις ένθετες βυζαντινότροπες εικόνες και τις απαλές αρμονίες των θερμών και ψυχρών χρωμάτων, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί. Μας εντυπωσιάζει το μπλε χρώμα κοβαλτίου που γεμίζει το βάθος και δημιουργεί αντίθεση με τα χρυσά φωτοστέφανα και τα χρυσά "τελειώματα των υφασμάτων, ενώ μόνο στην εικόνα του Αγ. Νικολάου γίνεται χρήση χρυσού, στο βάθος. Οι αυστηρές γεωμετρημένες μορφές με τα σκούρα γαιώδη πρόσωπα δένουν αρμονικά με το σκούρο καρυδένιο τέμπλο. Οι εικόνες πάνω από την Ωραία Πύλη διαθέτουν αρχιτεκτονικά στοιχεία στο βάθος και γενικότερα στοιχεία που δηλώνουν χώρο, δίχως όμως τη βοήθεια της προοπτικής. Σε ιδιαίτερο προσκυνητάρι έχει τοποθετηθεί η εικόνα του Αγίου Νικολάου που είναι παραμορφωμένη λόγω της φθοράς. Η εικόνα χρονολογείται περίπου από το 1600μ.χ. σύμφωνα με μαρτυρίες συντηρητών και σε αυτή γίνονται τα τάματα των πιστών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο φωτισμός του ναού οφείλεται σε φυσική πηγή, τα κεριά.

 

Στις πολυγωνικές πλάκες του δαπέδου και στα τέσσερα κέντρα των αψίδων του σταυρικού σχήματος παρατηρούμε ανάγλυφες παραστάσεις λαϊκής τεχνοτροπίας, οι οποίες περιβάλλονται από εξάγωνο πλαίσιο. Τα εικονιζόμενα σε αυτές ζώα είναι το λιοντάρι, ο ταύρος, ο δικέφαλος αετός και ο φτερωτός δαίμονας. Θρύλοι και δοξασίες έχουν συνδεθεί με το όνομα της Μονής. Ο Άγιος Νικόλαος Καρυάς είναι φιλέσπαχνος αλλά και αυστηρός τιμωρός για τους καταπατητές των χωραφιών του. Κάποτε, λένε, διέλυσε ολόκληρες οικογένειες που αποπειράθηκαν να οικειοποιηθούν την περιουσία του. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο, κατά την επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι έκαψαν το μοναστήρι, αλλά οι εικόνες διατηρήθηκαν άθικτες, ενώ η φωτιά έσβησε μόνη της. Ένας άλλος θρύλος αναφέρει ότι οι Πραστιώτες κλέφτες που λήστεψαν το μοναστήρι, έβαλαν φωτιά στα αναθήματα και στα κειμήλια, αφού δεν μπόρεσαν να τα πουλήσουν, αλλά αυτά δεν καίγονταν.

Η Μονή του Αγ. Νικολάου ανακηρύχθηκε στα 1622 σταυροπηγιακή, δηλαδή μοναστήρι που υπάγεται στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη και όχι του εγχώριου επιτρόπου. Η Μονή έχει υποστεί καταστροφές από Αλβανούς το 1770 και από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ.


Στα 1970 η Μονή έγινε γυναικεία ως μετόχι της Μονής Λουκούς. Σήμερα έχει 2 άνδρες μοναχούς που κατεβαίνουν και ξεμοναχιάζουν στο μετόχι του Αγ. Νικολάου στον Τυρό και στον Αγ. Ιωάννη στο Λεωνίδιο.

 

Ο Άγιος Νικόλαος γιορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου, αλλά επειδή το χειμώνα ο χώρος της Μονής δεν είναι εύκολα προσβάσιμος για το πλήθος των προσκυνητών, γιορτάζει και το καλοκαίρι στις 8 Ιουλίου, οπότε γίνεται και το πανηγύρι.


Η πρόσβαση στο μοναστήρι είναι σχετικά εύκολη, φθάνει να ακολουθήσει κανείς τις πινακίδες που το κατευθύνουν από τον Άγιο Ανδρέα. Το μεγαλύτερο μέρος του χωματόδρομου είναι βατό. Μπορεί να το προσεγγίσει επίσης κάποιος από τη Βασκίνα και από τον Τυρό.

 

 

 

 

Παλαιοπαναγιά Γλυπίας

Ιερά Μονή Παλαιοπαναγιάς Γλυπίας - Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής


Το μοναστήρι βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Πλατανάκι  και \'Αγιο Βασίλειο στις πλαγιές του Πάρνωνα σε μια περιοχή με ιστορικό αρχαιολογικό και αισθητικό ενδιαφέρον αφού για τους φυσιολάτρες αποτελεί ένα ιδιαίτερα όμορφο οδοιπορικό.


Σύμφωνα με τους μελετητές, εδώ τοποθετείται η αρχαία πόλη Γλύπία. Κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Τσάκωνες ονόμασαν το χωριό Λύμπια και οι ανασκαφές ανέδειξαν τμήματα της αρχαίας αυτής πολιτείας, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε το μεσαιωνικό πύργο ύψους 20 μέτρων περίπου, κτίσμα που μας θυμίζει έντονα τα γνωστά βιγλάτια της Λακωνίας στη Μονεμβασιά.


Στον ευρύτερο επίσης χώρο διακρίνουμε μακρινά σειραϊκά παρατηρητήρια της εποχής των κουρσάρων που σκοπό τους είχαν να προφυλάσσουν τις κατοικημένες περιοχές από τις λεηλασίες και τις επιδρομές. Το μικρό πευκώδες δάσος που βρίσκεται ο πύργος οδηγεί στο μοναστήρι της Παναγιάς Ζωοδόχου Πηγής γνωστής ως Παλαιοπαναγιάς Γλυπίας. Η Μονή κτισμένη πιθανότατα πάνω σε αρχαίο ναό εγκαταλείφθηκε. Εδώ διακρίνουμε την ύπαρξη φθαρμένων τοίχων σε επίπεδο χαμηλότερο του ναού που θυμίζουν μοναστικά κελιά ενώ την αρχαία καταγωγή μαρτυρούν τα θραύσματα από αγγεία και τμήματα αρχαίου αγάλματος στην είσοδο του ναού.


Ο ναός κτισμένος σε ρυθμό μονόκλιτης βασιλικής με ημικυκλική κόγχη ιερού είναι ασβεστωμένος εσωτερικά και εξωτερικά. Το μικρό του μέγεθος και η κάτοψη του, 4.40μ, προσομοιάζουν στα δομικά χαρακτηριστικά των παλαιοχριστιανικών χρόνων στεγάζεται δε μ σχιστολιθικές πλάκες όπως και τα σπίτια της ευρύτερης περιοχής.


Πιθανόν να υπάρχει αγιογράφηση σε όλη την επιφάνεια του εσωτερικού χώρου, αλλά οι ασβεστωμένοι ως ένα ανθρώπινο ανάστημα τοίχοι δε μας επιτρέπουν να τη διακρίνουμε. Μοιάζει να έχει αγιογραφηθεί δύο φορές και η νεότερη αγιογράφηση του 18ου αιώνα είναι και αυτή μισοκαταστραμμένη από ποικίλα χαράγματα επισκεπτών. Το τέμπλο είναι λιτό και ξυλόγλυπτο και στο υπέρυθρο της εισόδου αναγράφεται η εξής επιγραφή:

 

ΑΝΗΣΤΟΡΗΘΗ Ο Θ(ΕΙ)ΟΣ Κ(ΑΙ) ΠΑΝCΕΠΤΟC ΟΥΤ(ΟΣ) ΝΑ(ΟΣ) ΤΗC ΠΑΝΑΓΝΑ(ΝΤΟΥ) ΘΕΟΜΗΤΟΡΟC ΔΕΣΠΟΙΝΗC ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗC ΚΑΣΤΡΙ ΔΙ ΕΞΟΔΟΥ (ΚΑΙ) Κ(Ο) Π(ΟΥ) ΚΥΜ … ΜΕ(ΤΑ) CΥΜΒΙΟΥ Κ(ΑΙ) Τ(ΩΝ) ΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ(ΑΙ) CΙΝΑ

Προσεγγίζει κανείς το χώρο από τον επαρχιακό δρόμο που οδηγεί στο Πλατανάκι και στη συνέχεια ακολουθεί το μονοπάτι ως το μοναστήρι.

 

Παναγιά Κουνουπιάς

Ιερά Μονή Παναγίας Κουνουπιάς


Αν ακολουθήσουμε τον επαρχιακό δρόμο που ξεκινάει από τα Πούλιθρα, οδηγούμαστε στο οροπέδιο των Πελετών και στη συνέχεια στο χωριό Κουνούπια.


Στην στροφή του δρόμου θα δούμε να προβάλουν, αμφιθεατρικά χτισμένα, τα παραδοσιακά σπίτια σε μία πλαγιά γεμάτη έλατα, πλατάνια και καρυδιές. Από εκεί διακρίνει κανείς το ορθογώνιο κτίριο της Μονής με τις αψίδες και τα κελιά, καθώς και το καμπαναριό του ναού. Σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι βρήκαν την εικόνα της Παναγίας πάνω σε ένα δέντρο του οποίου το είδος δεν καθορίστηκε ποτέ και βεβαίως δεν υπάρχει πια. Το ονόμασαν "αγιόδεντρο" και έχτισαν το ναό γύρω στον 10ο αιώνα. Ο ναός είναι αφιερωμένος στην Παναγία, χτισμένος σε ρυθμό εγγεγραμμένης σταυροειδούς βασιλικής, πάνω στα θεμέλια πιθανότατα αρχαίου ειδωλολατρικού ναού. Ανακαινίστηκε με δαπάνες ομογενών Κουνουπιωτών από την Αμερική μόλις το 1954, όπως μαρτυρεί η επιγραφή στο νεότερο μαρμάρινο τέμπλο, το οποίο και αντικατέστησε το ξύλινο φθαρμένο του αρχικού κτίσματος. Αξίζει να αναφερθεί ότι το παλιό τέμπλο διέθετε ξύλινο περίτεχνο σταυρό, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στα Τσιτάλια. Ο σταυρός ήταν προσφορά των Ελλήνων εμπόρων από τη Ρωσία και φέρει μία οπή από τούρκικο όπλο, προερχόμενη κατά πάσα πιθανότητα από την εποχή που ο Ιμπραήμ με τα στρατεύματα του επιχείρησε να κάψει την εκκλησία το 1826. Ο ναός διεσώθη από το νερό που ανέβλυσε στο εσωτερικό του, ενώ μέχρι και σήμερα στο αριστερό κλίτος σώζεται σκεπασμένη η πηγή του αγιάσματος.


Στο μαρμάρινο τέμπλο διατηρούνται εικόνες εξαίρετης ποιότητας βασισμένες στην αυστηρότητα της βυζαντινής τεχνοτροπίας. Γίνεται χρήση θερμών χρωμάτων με έμφαση στην ώχρα και στην όμπρα. Παρατηρείται μία ιδιαίτερη γεωμετρική αντιμετώπιση των μορφών με τα ξυλώδη σχεδόν χαρακτηριστικά των προσώπων, την έντονη πτυχολογία, τον εξωπραγματικό χώρο, με την προοδευτική ανάπτυξη των βράχων και την απουσία της προοπτικής σε οποιαδήποτε προσπάθεια απεικόνισης αρχιτεκτονικού χώρου όπως στην εικόνα της Αγίας Τριάδας. Χρησιμοποιήθηκαν δε φύλλα χρυσού στο βάθος, όπου δεν υπάρχει άλλος χώρος. Η έντονη διακόσμηση των ρούχων, με βυζαντινά μοτίβα στην εικόνα των Τριών Ιεραρχών, προσδίδει μία πολυπλοκότητα στις μορφές. Ένθεν κι ένθεν της Ωραίας Πύλης παρατηρούμε δύο ρώσικες εικόνες που στάλθηκαν ως δωρεά, λέγεται δε ότι τις φιλοτέχνησε ο αγιογράφος Βλαδίμηρος, υπεύθυνος για τμήμα της αγιογράφησης της εκκλησίας του Κιέβου και της Αγίας Σοφιάς. Η σχεδόν ολοκληρωτική φθορά που έχουν υποστεί δεν μας επιτρέπει να τις μελετήσουμε. Παρ\' όλα αυτά αναγνωρίζουμε το έντονο βλέμμα των διάπλατα ανοιγμένων, εκφρασάκων ματιών της ρωσικής τεχνοτροπίας και ίχνη θερμών χρωμάτων. Άλλη μία αξιόλογη εικόνα, η Παναγία Πορταϊτισσα είναι δωρεά της Μονής Ιβήρων στο μοναστήρι της Κουνουπιάς.


Η Μονή σήμερα κατοικείται δυστυχώς μόνο από ένα γηραιό μοναχό και γιορτάζει στις 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου. Τελείται πανηγύρι επί τριημέρου με παραδοσιακούς χορούς της περιοχής. Την παραμονή γίνεται η περιφορά της εικόνας με τα αμέτρητα τάματα. Οι ξενώνες της Μονής μπορούν να φιλοξενήσουν τους πιστούς.

Παναγιά Μαρίου

Ιερά Μονή Παναγίας Μαρίου


Στο νοτιότερο άκρο της Κυνουρίας, στα σύνορα με τη Λακωνία, συναντάμε το χωριό Μαρί. Εκεί υπάρχει το μοναστήρι της Παναγίας αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου


Στο δρόμο προς τη Μονή, μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο διακρίνουμε καλλιεργημένες εκτάσεις που απλώνονται αμφιθεατρικά και λίγο πιο πάνω δάσος με έλατα Φτάνοντας στον περίβολο της Μονής συναντάμε οπωροφόρα δέντρα και κυπαρίσσια.


Το αντρικό αυτό μοναστήρι χτίστηκε το 15ο αιώνα περίπου και έχει εγκαταλειφθεί εδώ και 150 χρόνια. Είχε στην κατοχή του μεγάλη ακίνητη περιουσία σε γη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η περιουσία αυτή μοιράστηκε τη δεκαετία του \'50 στους ακτήμονες του Μάριου. Από το αρχικό κτίσμα σώζονται τα θεμέλια των κελιών και ο τοίχος ενός παλαιότερου ναού του Αγίου Αθανασίου Ο τοίχος αυτός αποτέλεσε κατά το μεγαλύτερο μέρος του τμήμα του νεότερου ναού ο οποίος συντηρημένος σήμερα με πυκνό γκρίζο τσιμεντοκονίαμα και ασβεστωμένος εξωτερικά δε μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την τοιχοδομία, υποθέτουμε όμως από το πλάτος του τοίχου (1.5 μ.) ότι είναι κτισμένος με ογκώδεις λίθους.


Στη δυτική πλευρά της μικρής δίρριχτης βασιλικής έχει προστεθεί ένας νάρθηκας Στη νότια πλευρά η τετράγωνη θύρα εισόδου και ένα μεγάλο παράθυρο της δίνουν όψη κατοικίας Ο ουρανός του ναού διάστικτος με ζωγραφισμένα αστέρια παραπέμπει με έναν τρόπο ποιητικό στο ουράνιο στερέωμα. Ο θόλος αυτός καταλήγει σε τοίχους μη αγιογραφημένους και μόνο το ξύλινο τέμπλο και το προσκυνητάρι δηλώνουν με τις απλές νατουραλιστικές εικόνες το ιερατικό του χώρου Ιδιαίτερα η εικόνα που βρίσκεται στο προσκυνητάρι χαρακτηρίζεται από μια έντονη συναισθηματικότητα, που οφείλεται στο συνδυασμό χρωμάτων και σχεδίου, χωρίς όμως να τη χαρακτηρίζει η βυζαντινή τεχνοτροπία Με το τέλος του Β\' Παγκοσμίου Πολέμου πολλές εικόνες χάθηκαν ή πουλήθηκαν και έτσι απογυμνώθηκε ο χώρος.


Η μόνη αξιόλογη εικόνα που υπάρχει στο ναό είναι της Παναγίας της Οδηγήτριας ζωγραφισμένη από το Φώτη Κόντογλου σύμφωνα με τις πηγές και φυλάσσεται σε χώρο εκτός μοναστηρίου Σύμφωνα με την παράδοση το μοναστήρι αποτέλεσε κάποτε θερινή διαμονή του Δεσπότη της Μητρόπολης Γερονθρών όπως ονομαζόταν το σημερινό Γεράκι και κάηκε επί Ιμπραήμ. Αναφέρεται ότι το 1842 οι τρεις τελευταίοι μοναχοί εγκατέλειψαν τη Μονή και εγκαταστάθηκαν στην \'Ελωνα οπότε θεωρήθηκε μετόχι της


Στη βουνοπλαγιά δυτικά του μοναστηριού εκεί που η τελευταία ελιά συναντά το πρώτο έλατο παρατηρούμε στο κοίλωμα ενός βράχου ένα εγκαταλειμμένο ασκηταριό


Εκεί κάποτε οι καλόγεροι του μοναστηριού τροφοδοτούσαν με μια αυτοσχέδια τροχαλία τον τελευταίο ασκητή ο οποίος έζησε στο μέρος αυτό ως το θάνατο του.


Η Μονή γιορτάζει στις 24 Αυγούστου Εννιάμερα της Θεοτόκου όπου και γίνεται διήμερο πανηγύρι. Μπορεί να προσεγγίσει κανείς το Μαρί και την ευρύτερη περιοχή ακολουθώντας τον επαρχιακό δρόμο που ξεκινά από το Λεωνίδο  και περνά από τα χωριά Πούλιθρα,  Πελετά,  Κουνούπια.

Ταξιάρχης

Ιερά Μονή Ταξιάρχη


Τη Μονή Ταξιάρχη Μουράς θα τη συναντήσουμε πηγαίνοντας προς το χωριό \'Αγιο Βασίλειο, σε ένα μικρό λιβάδι που απλώνεται σε επίπεδο χαμηλότερο του επαρχιακού δρόμου. Πρόκειται για ένα χώρο ερειπωμένο, αν και η αρχική εντύπωση που προκαλεί είναι αντίθετη, καθώς μέσα από τα κυπαρίσσια προβάλλει ο πολυγωνικός τρούλος της εκκλησίας της Μονής και τμήματα των τοίχων σε άριστη, όπως φαίνεται, κατάσταση. Καθώς πλησιάζουμε όμως αντικρίζουμε το φρουριακό τοίχο και την τοξωτή πύλη και μόνο τότε συνειδητοποιούμε πως ο χώρος έχει εγκαταλειφθεί. Παρατηρούμε επίσης τη φθαρμένη όψη του μοναστηριού και ερείπια των κελιών.


Ο περίβολος της Μονής είναι τετράπλευρος ( 35X35 μ.) και στο κέντρο προβάλλει ο συντηρημένος ναός με το πυκνό του στρώμα γκρίζου τσιμεντοκονιάματος, που ωστόσο μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομία. Είναι χτισμένος σε ρυθμό εγγεγραμμένης σταυροειδούς βασιλικής και διαθέτει οκτάπλευρο τρούλο, διακοσμημένο με ένθετα ζωγραφισμένα πιάτα, από τα οποία σώζονται μόνο δύο. Για τη στέγη του έχουν χρησιμοποιηθεί σχιστολιθικές πλάκες, χαρακτηριστικό δομικό στοιχείο των κτισμάτων της ευρύτερης περιοχής. Ο ναός διαθέτει επίσης δίλοβο καμπαναριό το οποίο υψώνεται στην κορυφή της δυτικής πλευράς, ενώ στην ανατολική, θαυμάζουμε την ημιεξάπλευρη αψίδα του ιερού. Κατά την είσοδο μας στο εσωτερικό του ναού δεν μπορούμε παρά να προσέξουμε το μαρμάρινο δάπεδο και την παράσταση, ακριβώς κάτω από το θόλο: ένα ανάγλυφο λιοντάρι. Το σχέδιο του αποτελεί μοτίβο λαϊκής τέχνης και πιθανότατα βυζαντινό σύμβολο. Διατηρείται η αγιογράφηση του ναού με αρκετές όμως φθορές. Παρ\' όλα αυτά διακρίνουμε τόσο τις μορφές των Αγίων, όσο και τη μορφή της Σαμαρείτιδος. Η εικόνα αυτή όσο και του Ταξιάρχη αποτελούν το σημαντικότερο στολίδι της αγιογράφησης, με τον εκφραστικό τρόπο που φιλοτεχνήθηκαν και τη σεμνότητα των μορφών. Κυριαρχούν τα θερμά χρώματα, με ιδιαίτερη έμφαση στα σέπια, την καρμίνα και την ώχρα. Έχουμε επίσης τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε τις γεωμετριμένες πτυχώσεις των υφασμάτων και την απουσία όγκου, κατά συνέπεια και η απουσία προοπτικής. Η αγιογράφηση πιθανολογείται ότι έγινε από καλλιτέχνη του 17ου αιώνα


Το τέμπλο είναι καινούριο, ξυλόγλυπτο και διατηρεί τμήμα του παλιού στις πύλες με ένθετες μισοκαμένες εικόνες εξαιρετικής αισθητικής. Αξιοθαύμαστες είναι οι λεπτές ισορροπίες που επιτυγχάνονται ανάμεσα στο χρώμα και το σχέδιο, ιδιαίτερα στην απεικόνιση των προσώπων. Την αγιογράφηση του νέου τέμπλου συμπλήρωσε, σύμφωνα με επιγραφή, ο Γεώργιος Σπανός το 1950. Πάνω από τη Ωραία Πύλη θαυμάζουμε τους δύο δράκους που φυλάσσουν το σταυρό σαν τα αποτροπιαστικά ζώα της αρχαιότητας.


Η φωτιά που κατέστρεψε το εσωτερικό λέγεται ότι προκλήθηκε από τον Ιμπραήμ, ο οποίος ευθύνεται και για ποικίλες καταστροφές στην ευρύτερη περιοχή. Εκτός από τη συντήρηση του ναού και ενός από τα κελιά, δε φαίνεται να έχει γίνει άλλη προσπάθεια αποκατάστασης. Σύμφωνα με την παράδοση, δίπλα στο μοναστήρι, υπήρχε στο βράχο μια κρύπτη, όπου φυλάσσονταν οι θησαυροί από δύο στοιχειωμένα φίδια, ακοίμητοι δράκοντες φρουροί της εισόδου. Ο χώρος του μοναστηριού εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1834. Ο Ταξιάρχης εορτάζει στις 6 Σεπτεμβρίου και παλαιότερα τον επισκέπτονταν πλήθος προσκυνητών που έφθαναν εδώ και από την περιοχή της Βοιωτίας. Σήμερα όμως δε γίνονται πανηγυρικές εκδηλώσεις. Βρίσκεται στα βόρεια του Παλαιοχωρίου, σε μια μικρή κοιλάδα, στην οποία οδηγεί ο αγροτικός δρόμος που συνδέει το Παλαιοχώρι  με τον \'Αγιο Βασίλειο.

« επιστροφή
 
Αναζήτηση
Εγγραφή στο
Newsletter
Εισάγετε το e-mail σας για να λαμβάνετε τα νέα μας.




© ΔΗΜΟΣ ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ 2009